Ανασφάλεια και αγωνία για το μέλλον
Την άλλη όψη, αυτήν της «επισφαλειοποίησης» της εργασίας, αποτυπώνει έρευνα που διεξήγαγε στις αρχές του μήνα το Ινστιτούτο «Νίκος Πουλαντζάς» σε συνεργασία με την εταιρεία ερευνών ProRata, με τίτλο «Συνθήκες εργασίας στην Ελλάδα: Εμπειρίες και στάσεις γύρω από την αγορά εργασίας».
Еνδεικτική για την κατάσταση στην αγορά εργασίας εν μέσω πανδημίας η μη τήρηση των όρων εργασίας και της νομιμότητας από τους εργοδότες, όπως αποτυπώνεται στις απαντήσεις της έρευνας:
■ στο 35,1% των περιπτώσεων δεν τηρείται το συμφωνηθέν ωράριο εργασίας,
■ στο 24,1% δεν τηρείται η συμφωνηθείσα ημερομηνία καταβολής του μισθού,
■ στο 14,9% δεν τηρείται το συμφωνηθέν ύψος του μισθού.
Επίσης, στο πεδίο του συλλογικού εργατικού δικαίου το 18,2% ανέφερε ότι ο εργοδότης δεν σεβάστηκε το δικαίωμα των εργαζομένων στην απεργία και το 12,5% το δικαίωμα στον συνδικαλισμό. Τέλος, το 27,7% των ερωτηθέντων ανέφερε ότι ο εργοδότης τους παραβίασε τους κανόνες της εργασιακής ηθικής και συμπεριφοράς.
Η έρευνα του ινστιτούτου δίνει μια πρώτη εικόνα για το πώς αποτιμούν οι εργαζόμενοι την εμπειρία της τηλεργασίας. Αρνητικά σε ποσοστό 36,0% αποφαίνονται οι γυναίκες, έναντι 24,2% των ανδρών. Αντίθετα, οι άνδρες αποτίμησαν κυρίως θετικά (37,9%) ή ουδέτερα (36,8%) αυτήν την εμπειρία. «Προφανώς, το φαινόμενο αυτό σχετίζεται με την αυξημένη δυσκολία που παρουσίασε για τις εργαζόμενες γυναίκες -και ιδίως τις μητέρες- η ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής, όταν και οι δύο διαδραματίζονται στον χώρο του σπιτιού» εκτιμούν οι ερευνητές.
Από τις απαντήσεις όσων παρέχουν εξαρτημένη εργασία στον ιδιωτικό τομέα (μισθωτοί και απασχολούμενοι με «μπλοκάκι») όσον αφορά τις συνθήκες υπό τις οποίες εργάστηκαν/εργάζονται από το σπίτι, προκύπτει ότι το 52,3% εργάστηκε περισσότερες ώρες χωρίς να πληρωθεί υπερωρίες, ενώ μόνο το 5,4% εργάστηκε παραπάνω ώρες και πληρώθηκε για αυτό.
Ταυτόχρονα, μόνο στο 34,2% των εργαζομένων δόθηκε ο κατάλληλος εξοπλισμός από τους εργοδότες τους, ενώ το 63,1% αναγκάστηκε είτε να προμηθευτεί με δική του πρωτοβουλία και δαπάνες ό,τι χρειαζόταν είτε να δουλέψει χωρίς το σύνολο του αναγκαίου εξοπλισμού. Στο 4,5% των εργαζομένων ο εργοδότης απαίτησε να έχουν ανοιχτή την κάμερα στον υπολογιστή τους, ώστε να μπορεί να ελέγχει την πορεία της εργασίας τους. Τέλος, στο 31,7% ο εργοδότης απαίτησε να παραμένουν στη διαθεσιμότητά του μετά το πέρας του ωραρίου τους, ακόμα και αν αυτό δεν ήταν ιδιαίτερα αναγκαίο.
Οπως αναφέρουν οι ερευνητές, σύμφωνα με έρευνα που πραγματοποίησε η εταιρεία Cisco σε 10.000 άτομα σε 12 αγορές της Ευρώπης, της Ρωσίας και της Μέσης Ανατολής και δημοσίευσε το Reuters στις 14 Οκτωβρίου, 9 στους 10 εργαζομένους θα ήθελαν να συνεχίσουν και μετά την πανδημία να εργάζονται από το σπίτι μέσω τηλεργασίας.
«Σε αντίθετη κατεύθυνση κινούνται τα αποτελέσματα της έρευνάς μας. Ανεξάρτητα από το αν κάποιος έχει ήδη εργαστεί ή εργάζεται με τηλεργασία, το 53,4% των ερωτώμενων θεωρεί ότι η ενδεχόμενη γενίκευση του φαινομένου της τηλεργασίας στο μέλλον αποτελεί μια αρνητική εξέλιξη, έναντι του 37,7% που πιστεύει ότι αποτελεί μια θετική εξέλιξη».
Υψηλός παραμένει και ο βαθμός ανασφάλειας, καθώς ένας στους τρεις (32,7%) απασχολούμενους με οποιοδήποτε καθεστώς θεωρεί «πολύ» ή «αρκετά πιθανό» να χάσει τη δουλειά του ή να κλείσει η επιχείρηση.
Περισσότερο ανασφαλείς εμφανίζονται οι εργαζόμενοι με «μπλοκάκι», αφού περισσότεροι από τους μισούς (52,7%) θεωρούν «πολύ» ή «αρκετά πιθανό» να χάσουν την τρέχουσα εργασία τους, ακολουθούμενοι από τους αυτοαπασχολούμενους χωρίς προσωπικό (40,9%) και τους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα (38,8%) και τους αυτοαπασχολούμενους με προσωπικό (33,4%). Αντίθετα, πολύ περισσότερο ασφαλείς αισθάνονται οι εργαζόμενοι στον δημόσιο τομέα, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχει και εκεί ένα σημαντικό ποσοστό (16,3%) που θεωρεί ότι κινδυνεύει να χάσει την εργασία του τους επόμενους 12 μήνες.