ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΓΙΑ ΤΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΑΡΘΡΟ 19 Καθένας έχει το δικαίωμα της ελευθερίας της γνώμης και της έκφρασης

Ανακούφιση προκαλούν στην ΕΥΔΑΠ τα αποτελέσματα από τις φετινές βροχοπτώσεις και χιονοπτώσεις, καθώς αυξήθηκαν σημαντικά τα αποθέματα στους ταμιευτήρες. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο φράγμα του Μόρνου καλύφθηκε και πάλι στο χωριό Κάλιο.
Η διαχείριση του νερού, όπως είναι φυσικό, αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση για την επιβίωση, την οικονομία και τη γεωπολιτική σταθερότητα. Η αυξημένη σημασία των υδάτινων πόρων εστιάζεται σε πολλαπλά αίτια. Ήδη, η κλιματική αλλαγή έχει καταστήσει τον κύκλο του νερού απρόβλεπτο, ενώ οι παρατεταμένες περίοδοι ξηρασίας εναλλάσσονται με ακραία πλημμυρικά φαινόμενα, καθιστώντας την αποθήκευση και τη διαχείριση του νερού ζήτημα εθνικής ασφάλειας.
Η «απειλή της λειψυδρίας» δεν είναι πλέον θεωρητική, αλλά καθημερινή πραγματικότητα για πολλές περιοχές του πλανήτη, συμπεριλαμβανομένης της Μεσογείου. Και στην Ελλάδα, παρότι οι έντονες βροχές της προηγούμενης περιόδου έχουν βελτιώσει τα αποθέματα της ΕΥΔΑΠ απέχουμε ακόμα από το επίπεδο ασφαλείας προηγούμενων ετών.
Η πρόσβαση σε καθαρό νερό αποτελεί τον θεμέλιο λίθο της δημόσιας υγείας και η στρατηγική της ΕΥΔΑΠ -όπως τονίζουν παράγοντες της εταιρείας- επιχειρεί να πετύχει την εξισορρόπηση μερικών φαινομενικά αντιφατικών στόχων.
Σύμφωνα με τους ίδιους παράγοντες, για την ΕΥΔΑΠ αποτελεί δέσμευση το νερό να είναι οικονομικά προσιτό σε όλους και απόδειξη για αυτό είναι ότι παραμένει ένα από τα φθηνότερα στην Ευρώπη. Ταυτόχρονα, όμως, η ανάγκη υλοποίησης σειράς έργων με τον αποδοτικότερο τρόπο, ώστε να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα του συστήματος είναι άμεση.
Γι’ αυτό το λόγο, στο επίκεντρο της στρατηγικής της ΕΥΔΑΠ βρίσκεται ένα εκτεταμένο επενδυτικό πρόγραμμα ύψους 2,5 δισ. ευρώ για την περίοδο 2025-2034, που στοχεύει στον συνολικό μετασχηματισμό του υδροδοτικού μοντέλου της Αττικής. Η προσέγγιση βασίζεται στη λογική της κυκλικής οικονομίας και στη θωράκιση των υποδομών απέναντι στις αυξανόμενες πιέσεις στα υδατικά αποθέματα.
Η κατανομή των πόρων αποκαλύπτει και τις προτεραιότητες: το ένα τρίτο των επενδύσεων αφορά έργα ύδρευσης, όπως η ανακαίνιση υποδομών, η κατασκευή νέων αγωγών σε περιοχές όπως η Δυτική Αττική και τα νότια προάστια, αλλά και η εγκατάσταση «έξυπνων» υδρομέτρων. Επένδυση σε «έξυπνα» δίκτυα που εντοπίζουν διαρροές πριν καν αυτές γίνουν αντιληπτές.
Συνεχίζοντας να επενδύει στην τεχνολογία, στους ανθρώπους και στις υποδομές, με διαφάνεια και προσήλωση στους στόχους της, η ΕΥΔΑΠ - λένε τα στελέχη της Εταιρείας- διασφαλίζει ότι και το μέλλον της είναι τόσο καθαρό όσο το νερό που προσφέρει: ένα μέλλον βιώσιμης ανάπτυξης, τεχνικής υπεροχής και οικονομικής σταθερότητας.
Η σημασία του νερού σήμερα -υπογραμμίζουν - επιβάλλει τη μετάβαση από ένα γραμμικό μοντέλο «λήψη-χρήση-απόρριψη» στο μοντέλο της Κυκλικής Οικονομίας που προβλέπει την επαναχρησιμοποίηση νερού με επεξεργασία των λυμάτων ώστε να είναι κατάλληλα για άρδευση και βιομηχανική χρήση.
Η βιωσιμότητα αποτελεί βασικό πυλώνα της στρατηγικής της ΕΥΔΑΠ, η οποία ακολουθώντας μια στρατηγική που αναπτύσσεται γύρω από τους άξονες της βιώσιμης ανάπτυξης, συνεχίζει προς την κατάκτηση σημαντικών επιτευγμάτων.
Το 2026 ορόσημο για την αναπτυξιακή τροχιά της Εταιρείας
Ο Διευθύνων Σύμβουλος της Εταιρείας, κ. Χάρης Σαχίνης, στην πρόσφατη παρουσίαση των αποτελεσμάτων της Εταιρείας επισήμανε ότι «το 2025 αποτέλεσε μεταβατική χρονιά καθώς για πρώτη φορά εφαρμόζεται ρυθμιστικό πλαίσιο, το οποίο από το 2026 θα διασφαλίζει την ανάκτηση του κόστους και την εύλογη απόδοση των επενδύσεων, δημιουργώντας αυξημένη ορατότητα και σταθερότητα».
Συνεχίζοντας, πρόσθεσε ότι «με ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη, ένα απαιτητικό επενδυτικό πρόγραμμα και σαφές ρυθμιστικό περιβάλλον, η ΕΥΔΑΠ εισέρχεται σε μια νέα φάση ανάπτυξης, με στόχο τη βιώσιμη διαχείριση των υδατικών πόρων προς όφελος της κοινωνίας και του περιβάλλοντος».
Ο Διευθύνων Σύμβουλος της ΕΥΔΑΠ τονίζει σε κάθε ευκαιρία ότι η εταιρεία είναι υπεύθυνη για την αδιάλειπτη παροχή ποιοτικά ανώτερου και οικονομικά προσιτού νερού στην Αττική, επισημαίνοντας ότι το νερό πρέπει να φτάνει στον καταναλωτή και να συνεχίζει την πορεία του προς την επαναχρησιμοποίηση - ιδιαίτερα κρίσιμη διάσταση σε ένα περιβάλλον κλιματικής αλλαγής και ανομβρίας.
Επαναχρησιμοποίηση νερού ακόμα και στις γειτονιές
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται από την Εταιρεία στις υποδομές αποχέτευσης στην Ψυττάλεια, με στόχο την επαναχρησιμοποίηση νερού. Η στόχευση αυτή εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της κυκλικής οικονομίας που υιοθετεί η Εταιρεία, μετατρέποντας ένα παραδοσιακά γραμμικό μοντέλο διαχείρισης σε ένα κλειστό κύκλωμα αξιοποίησης του πόρου. Με αιχμή του δόρατος τα νέα Κέντρα Επεξεργασίας Λυμάτων στην Ανατολική Αττική που έχουν σχεδιαστεί με τη φιλοσοφία της επαναχρησιμοποίησης, η λειτουργία πιλοτικής μονάδας επιτόπιας επεξεργασίας λυμάτων και επαναχρησιμοποίησης νερού στο Μαρκόπουλο για αστική άρδευση, είναι ένα μόνο από τα καινοτόμα έργα στα οποία επενδύει η Εταιρεία. Πρόκειται για «εξόρυξη» λυμάτων απευθείας από το αποχετευτικό δίκτυο και επιτόπια παραγωγή ανακτημένου νερού υψηλής ποιότητας για άρδευση αστικού πρασίνου, εξοικονομώντας πόσιμο νερό που μέχρι σήμερα χρησιμοποιείται για τον ίδιο σκοπό.
ΦΩΤΟ ΑΡΧΕΙΟΥ
Πολυτέλεια για πολλούς Έλληνες τείνει να γίνει η… «έξοδος για φαγητό», καθώς δύο από τις πιο δημοφιλείς επιλογές των περισσότερων η πίτσα και το μπέργκερ, δέχονται ισχυρές πιέσεις από το κύμα ανατιμήσεων
Η οικονομική ασφυξία που βιώνουν οι επιχειρηματίες της εστίασης μεταφέρεται σταδιακά στον τελικό κατάλογο, με αποτέλεσμα οι σάλες των εστιατορίων να παρουσιάζουν εικόνα ερήμωσης.
Οι καταναλωτές από την πλευρά τους εμφανίζονται ιδιαίτερα διστακτικοί, περιορίζοντας τις εξόδους τους στο ελάχιστο προκειμένου να ανταπεξέλθουν στο αυξημένο κόστος ζωής.
Σύμφωνα με όσα αναφέρει ο Βασίλης, σεφ σε γνωστό εστιατόριο, η σύγκριση των τιμών σε σχέση με την περσινή περίοδο προκαλεί προβληματισμό.
Ο κιμάς ελιά, που αποτελεί βασικό συστατικό για ένα ποιοτικό μπέργκερ, κόστιζε πέρσι 12,5 ευρώ το κιλό, ενώ φέτος η τιμή του από τον ίδιο προμηθευτή έχει σκαρφαλώσει στα 15,5 ευρώ.
Αυτή η διαφορά των 3 ευρώ ανά κιλό απορροφάται εν μέρει από την επιχείρηση, όμως η τελική τιμή ενός πληθωρικού μπέργκερ με τέσσερα μπιφτέκια των 90 γραμμαρίων φτάνει πλέον τα 16 ευρώ.
Επιμέλεια - Σπύρος Κόλλιας - CNN Greece

Τα γραφεία του ΟΠΕΚΕΠΕ
ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ/EUROKINISSIΣε νέα φάση φαίνεται πως εισέρχεται η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, καθώς σύμφωνα με πληροφορίες, οι Βρυξέλλες και η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία προχωρούν στην προετοιμασία της τέταρτης κατά σειρά δικογραφίας. Στο επίκεντρο βρίσκονται συνομιλίες και στοιχεία της περιόδου 2021-2022, τα οποία φέρεται να αποκαλύπτουν παρεμβάσεις και σοβαρές παρατυπίες στη διαχείριση αγροτικών επιδοτήσεων, με κάποιους «γαλάζιους» βουλευτές να βρίσκονται στο «μικροσκόπιο

Η νέα δικογραφία, που φέρεται να έχει εκδοθεί από την Αρχή Καταπολέμησης της Διαφθοράς, περιλαμβάνει στοιχεία που αποκαλύπτουν εκτεταμένες παρατυπίες στη διαχείριση επιδοτήσεων, προκαλώντας έντονη πολιτική αναστάτωση και νέες πιέσεις προς την κυβέρνηση.
Οι εξελίξεις αναμένεται να συνεχιστούν το επόμενο διάστημα, καθώς η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία επεξεργάζεται το υλικό των καταγεγραμμένων συνομιλιών και των σχετικών πορισμάτων.
Σημειώνεται πως η έρευνα αφορά συνολικά 16 στελέχη του ΟΠΕΚΕΠΕ, τα οποία είχαν τεθεί υπό παρακολούθηση από την Ελληνική Αστυνομία και την Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων κατά την περίοδο 2022-2023, μετά από πληροφορίες για διαφθορά, χρηματισμό και άλλες παράνομες πρακτικές.

Εργαλεία καταγραφής των τάσεων της κοινωνίας και κατανόησης των επιθυμιών τους στον χρόνο που διεξάγονται; Ή μήπως όργανα επηρεασμού και χειραγώγησης της κοινής γνώμης με σκοπό τον αποπροσανατολισμό της;
Η συζήτηση για τις δημοσκοπήσεις και η διχογνωμία για τον ρόλο και τη συμβολή τους στη δημόσια ζωή δεν είναι καινούργια και σχεδόν ποτέ δεν καταλήγει σε συμπεράσματα κοινής αποδοχής.
Η δυσπιστία ενός μέρους των πολιτών και οι προβληματισμοί που διατυπώνει ένα τμήμα του πολιτικού συστήματος είναι υπαρκτοί και δείχνουν να κινούνται στην ίδια κατεύθυνση με το ευρύτερο κλίμα μειωμένης εμπιστοσύνης για τους θεσμούς.
Από την άλλη πλευρά, ο έντονος σκεπτικισμός και η διάθεση αμφισβήτησης της αξιοπιστίας τους δεν πρέπει να ακυρώνει τη χρησιμότητά τους ως μέσα χάραξης στρατηγικής και ανίχνευσης διαθέσεων, εφόσον τηρούνται ορισμένες βασικές προϋποθέσεις: ορθή και κατά το δυνατόν αντικειμενική χρήση τους, με βάση τους κανόνες διαφάνειας, ανεξαρτησίας και λογοδοσίας. Θεωρητικά το θεσμικό πλαίσιο υπάρχει, ενδεχομένως να απαιτεί βελτιώσεις που προσαρμόζονται στη σύγχρονη εποχή. Ομως το κρίσιμο πεδίο είναι η πρακτική εφαρμογή και ο τρόπος που αναδεικνύονται μέσα στην καθημερινότητα της πολιτικής ζωής και του πολιτικού διαλόγου.
Για παράδειγμα: η πλημμυρίδα δημοσκοπήσεων σχεδόν σε εβδομαδιαία βάση ποιες ανάγκες εξυπηρετεί; Είναι όντως ένδειξη ζώσας και δρώσας δημοκρατίας και αυξημένου ενδιαφέροντος για τη γνώμη των πολιτών ή απόπειρα δημιουργίας εντυπώσεων και διαμόρφωσης κατά το δοκούν της ατζέντας της επικαιρότητας;
Δεύτερον, ποιος είναι ο τρόπος παρουσίασης των ευρημάτων και ποια τα κριτήρια προβολής και ανάγνωσης συγκεκριμένων θεματικών έναντι άλλων, όπως και οι τεχνικές ανάλυσης των δεδομένων, οι οποίες επίσης ποικίλλουν και προκαλούν διχασμό και αμφιβολίες.
Χαρακτηριστική τέτοια περίπτωση είναι η χρήση της εκτίμησης ψήφου, η οποία σε αντίθεση με τις «ανόθευτες» απαντήσεις στην πρόθεση ψήφου, αντλεί δεδομένα από όσους δηλώνουν αναποφάσιστοι, κάνοντας αναγωγή, σύμφωνα με τις προτιμήσεις τους σε προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις.
Μια πρόσθετη παράμετρος που συμβάλλει στην καχυποψία είναι το κακό παρελθόν των αποτυχημένων προβλέψεων.
Τέτοιες περιπτώσεις ήταν το δημοψήφισμα του 2015 που εμφανιζόταν ως οριακή νίκη του «ναι» ή και ισοπαλία και εξελίχθηκε σε άνετη επικράτηση του «όχι», οι εκλογές του 2023 ως προς το εύρος της επικράτησης της Ν.Δ. που παρουσιαζόταν να προηγείται από 5% ως 7% και τελικά επικράτησε σαρωτικά του ΣΥΡΙΖΑ κερδίζοντάς τον με 20 μονάδες.
Μάλιστα εκ των υστέρων αρκετοί δημοσκόποι υποστήριζαν δημόσια ότι γνώριζαν τη διαφορά αλλά δεν την αποκάλυπταν λόγω πιέσεων!
Η «Εφ.Συν.», στο πλαίσιο της έρευνάς της, έθεσε το ζήτημα των δημοσκοπήσεων σε θεσμικούς φορείς, πολιτικούς αναλυτές, εκπροσώπους εταιρειών του χώρου αλλά και σε καθηγητές Πανεπιστημίου, οι οποίοι ασχολούνται με το αντικείμενο, με τη μορφή δύο ενδεικτικών ερωτημάτων. Από τις απαντήσεις, επιβεβαιώνονται οι ανησυχίες αλλά και ο υπαρκτός αντίλογος σε αυτές.
1. Με δεδομένο ότι οι δημοσκοπήσεις αποτελούν ένα πολύ σημαντικό εργαλείο καταγραφής και αποτύπωσης της πολιτικής επικαιρότητας, επηρεάζοντας πολλές φορές τη γνώμη των πολιτών, ποια είναι εκείνα τα φίλτρα για τη διασφάλιση της αξιοπιστίας τους;
2. Σε ένα κοινωνικό περιβάλλον έντονης αμφισβήτησης για τον ρόλο τους, θεωρείτε επαρκή τα θεσμικά μέτρα που υπάρχουν για την πραγματοποίησή τους και πώς αντιμετωπίζεται η καχυποψία ότι υπηρετούν σκοπιμότητες και λειτουργούν ενίοτε ως εργαλεία προπαγάνδας;
Επιπλέον, άκρως προβληματική και αντιδεοντολογική αποδεικνύεται η παρουσία «ειδικών» στα ΜΜΕ (δεν ευθύνονται προφανώς οι δημοσκοπικές εταιρείες γι’ αυτό), που υπό τον μανδύα του αναλυτή προπαγανδίζουν τις θέσεις συγκεκριμένων κομμάτων και προσώπων. Το πιο κραυγαλέο παράδειγμα αποτελεί ο Ανδρέας Δρυμιώτης, θαμώνας σε πολιτικές εκπομπές, που τον εμφανίζουν ως «γκουρού» των δημοσκοπήσεων εξαιτίας της προϋπηρεσίας του σε εταιρείες εκλογικών συστημάτων. Ωστόσο, 9 στις 10 φορές οι «αναλύσεις» του ισοδυναμούν με φλογερή υπεράσπιση της κυβέρνησης της Ν.Δ. και του Κυριάκου Μητσοτάκη και απαξίωση των υπόλοιπων κομμάτων της αντιπολίτευσης όπως το ΠΑΣΟΚ και ο πρόεδρός του, Νίκος Ανδρουλάκης, ή ο ΣΥΡΙΖΑ και ο πρώην πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας. Από τις εμβληματικές αποτυχημένες προβλέψεις του ήταν το 2019 όταν στοιχημάτιζε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα καταποντιστεί («να είναι ικανοποιημένος ο Τσίπρας αν πάρει μεταξύ 20%-23%, «Πρώτο Θέμα» – Ιούνιος 2019) αλλά έλαβε 31,5%. Και επίσης, στις δημοτικές εκλογές τον Οκτώβριο του 2023 προεξοφλούσε νίκη του Κώστα Μπακογιάννη με διαφορά (ΣΚΑΪ, 15/10), διαβεβαιώνοντας ότι «η Αθήνα δεν είναι καν ντέρμπι», αλλά νικητής ήταν και εξελέγη δήμαρχος ο Χάρης Δούκας.
Καταρχάς οφείλουμε να επισημάνουμε ότι οι ερωτήσεις που μας τέθηκαν εμπεριέχουν ως «διαπιστώσεις» κάποιες θέσεις που δεν είναι επιστημονικά αποδεδειγμένες («επιρροή δημοσκοπήσεων στην κοινή γνώμη») ή με στοιχεία τεκμηριωμένες («αμφισβήτηση εγκυρότητας δημοσκοπήσεων από την κοινωνία»).
Οι έρευνες κοινής γνώμης, και ιδιαιτέρως οι δημοσκοπήσεις, είναι ένα εξαιρετικά χρήσιμο εργαλείο, διότι αποτυπώνουν τις τάσεις της κοινωνίας σε συγκεκριμένο χρόνο. Διεθνώς έχουν θεσπιστεί από την ESOMAR και το ICC, κοινοί κανόνες δεοντολογίας και επαγγελματικής πρακτικής που ρυθμίζουν τη διεξαγωγή και δημοσιοποίησή τους, τους οποίους οι εταιρείες-μέλη του ΣΕΔΕΑ οφείλουν να τηρούν απαρέγκλιτα και ελέγχονται γι’ αυτό. Πέραν τούτου, σε πολλές χώρες υπάρχει νομοθετικό πλαίσιο που ρυθμίζει τη λειτουργία τους.
«Οι δημοσκοπήσεις δεν είναι το αποτέλεσμα των εκλογών, αλλά η καταγραφή των τάσεων της κοινωνίας τη στιγμή που διενεργούνται»
Σημειώνεται πως η Ελλάδα διαθέτει ένα από τα πιο αυστηρά νομοθετικά πλαίσια διεθνώς, για τη διεξαγωγή και δημοσιοποίηση ερευνών κοινής γνώμης. Οι εταιρείες-μέλη του ΣΕΔΕΑ τηρούν τις διατάξεις του Ν. 3603/2007 περί δημοσκοπήσεων και λειτουργούν με απόλυτη διαφάνεια. Οι εταιρείες-μέλη του ΣΕΔΕΑ ελέγχονται ως προς τη διεξαγωγή των ερευνών κοινής γνώμης μέσω του συστήματος Ποιοτικού Ελέγχου Συλλογής Στοιχείων (ΠΕΣΣ) και πιστοποιούνται βάσει αυτού. Υπόκεινται δηλαδή σε τακτική βάση στους ελέγχους που προβλέπει ο Ν. 3603/2007 για τις εταιρείες που διενεργούν δημοσκοπήσεις.
Εάν κάποιος επιθυμεί πρόσθετο έλεγχο σε μια δημοσκόπηση, μπορεί να προσφύγει στην Ελεγκτική Δημοσκοπήσεων που έχει συσταθεί και λειτουργεί, βάσει των διατάξεων του σχετικού νόμου, ως ανεξάρτητο ελεγκτικό όργανο. Τα δε πορίσματα του ελέγχου διαβιβάζονται προς το ΕΣΡ. Προβλήματα δημιουργούνται από εταιρείες που δεν ακολουθούν τις επιταγές του νόμου, δεν είναι μέλη του ΣΕΔΕΑ και δεν ελέγχονται για τις έρευνες που δημοσιοποιούν.
Ενίοτε, και ιδιαίτερα σε προεκλογικές περιόδους, οι δημοσκοπήσεις αμφισβητούνται και «κατηγορούνται» με δημόσιες τοποθετήσεις, από διάφορες πολιτικές ομάδες, με στόχο την αποδόμησή τους. Ο ισχυρισμός ότι οι δημοσκοπήσεις επηρεάζουν την κοινή γνώμη στερείται επιστημονικής βάσης και τεκμηρίωσης, ιδιαίτερα στην εποχή του ΑΙ και της κυριαρχίας των social media. Οι δημοσκοπήσεις δεν είναι το αποτέλεσμα των εκλογών, αλλά η καταγραφή των τάσεων της κοινωνίας τη στιγμή που διενεργούνται. Ευχή μας είναι να αφεθεί ο κλάδος απερίσπαστος να κάνει τη δουλειά του με την ευσυνειδησία και την ανεξαρτησία που διακρίνει τα μέλη του ΣΕΔΕΑ.
Γιάννης Κωνσταντινίδης, αναπληρωτής καθηγητής με ειδίκευση σε θέματα Πολιτικής Συμπεριφοράς και Μεθοδολογίας Πολιτικής Ερευνας, πρόεδρος στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας
Οι δημοσκοπήσεις στην Ελλάδα καταλαμβάνουν ένα δυσανάλογα μεγάλο κομμάτι της δημόσιας συζήτησης για την πολιτική. Παρότι η συγκυρία της μεταβλητότητας των επιλογών, ο έντονος κατακερματισμός και η επικείμενη είσοδος νέων κομμάτων δικαιολογούν μερικώς την αυξημένη ζήτηση για τη δημοσκοπική πληροφορία, η προσφορά παραμένει και πάλι πλεονάζουσα. Και όπως συμβαίνει πάντα στην αγορά όταν υπάρχει πλεονάζουσα προσφορά, η ποιότητα του προϊόντος φθίνει. Κόμματα που δεν έχουν παρουσιαστεί επισήμως καταλαμβάνουν θέση στη λίστα της πρόθεσης ψήφου, εκτιμήσεις εκλογικής επιρροής των οποίων η μεθοδολογία καλύπτεται από μυστήριο φιγουράρουν ως η απόλυτη αλήθεια, εύρη στατιστικών σφαλμάτων που καθιστούν αβέβαιη ακόμα και την κατάταξη των κομμάτων παραλείπονται. Το επιστημονικό εργαλείο θυσιάζεται στον βωμό των εντυπώσεων. Δεν είναι όμως μόνο ζήτημα ηθικής, είναι και ζήτημα πολιτικής ουσίας. Αν οι πολιτικοί και τα κόμματα κατακλύζονται από δημοσκοπικά ευρήματα, μοιραία θα εστιάζουν στους καθημερινούς τακτικισμούς και στην επίδραση αυτών στα ποσοστά τους, και όχι βέβαια στην αναζήτηση μεσοπρόθεσμών λύσεων ή συμβιβασμών, κάτι που είναι το πραγματικό ζητούμενο της πολιτικής.
Στάμος Παπαστάμου, Ομότιμος καθηγητής Πειραματικής Κοινωνικής Ψυχολογίας, πρώην πρύτανης του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών
Το θέμα των δημοσκοπήσεων δεν είναι θεσμικό αλλά κοινωνιοψυχολογικό και βαθύτατα πολιτικό. Τα υπάρχοντα θεσμικά μέτρα πραγματοποίησης και αξιοπιστίας των δημοσκοπήσεων θα ήταν αρκετά αν δεν ίσχυαν τα ακόλουθα:
1. Οι δημοσκοπήσεις μετρούν κάτι που δεν υπάρχει, την «κοινή γνώμη», η οποία, όπως κατέδειξε προ πολλού ο Bourdieu, είναι συχνά στατιστικό κατασκεύασμα, προϊόν μεθοδολογίας και πολιτικοεπικοινωνιακής επεξεργασίας και όχι αυθεντική προϋπάρχουσα ενιαία φωνή της κοινωνίας. Οι δημοσκοπήσεις δεν καταγράφουν απλώς την «κοινή γνώμη» αλλά συμβάλλουν ενεργά στην παραγωγή της.
2. Οι δημοσκοπήσεις γίνονται πλέον κατά κύριο λόγο τηλεφωνικά. Αναιρούν έτσι την ανωνυμία των απαντήσεων, ωθούν μεγάλο ποσοστό ατόμων να μη συμμετάσχουν στις έρευνες (υποσκάπτοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την αξιοπιστία τους) αλλοιώνοντας παράλληλα τη σύνθεση του δείγματος, δεδομένου ότι απαντούν επωνύμως όσοι έχουν ήδη αποφασίσει τι θα ψηφίσουν, όσοι επιθυμούν να δημοσιοποιήσουν την ακριβή πρόθεση ψήφου τους, είτε όσοι -για ευνόητους λόγους- θέλουν να συμμετάσχουν στη δημιουργία ψευδών εντυπώσεων.
3. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται επίσης συνεχής δημοσίευση δημοσκοπήσεων. Η αδιάκοπη ροή τους δεν καταγράφει απλώς προτιμήσεις αλλά συγκροτεί μια «δημοσκοπική πραγματικότητα» με κανονιστική ισχύ. Η επικοινωνιακή αυτή πρακτική φαίνεται πως εμπνέεται από δύο κλασικά αναπαραστασιακά στοιχεία των μηχανισμών χειραγώγησης της «κοινής γνώμης». Το πρώτο αφορά την τάση των στόχων κοινωνικής επιρροής να ευθυγραμμίζονται με τον φερόμενο ως επικρατέστερο, ενώ το άλλο την αποφυγή δημόσιας έκθεσης από όσους αντιλαμβάνονται ότι η άποψή τους στερείται κοινωνικής αποδοχής.
4. Τέλος, οι πολιτικοί αναλυτές των δημοσκοπήσεων στα ΜΜΕ -που συχνά είναι αυτοί που τις διενήργησαν- δεν παρουσιάζουν απλώς τα αποτελέσματα, ως όφειλαν, αλλά τα «εξηγούν», αποδίδοντας συγκεκριμένες προθέσεις στους ερωτηθέντες κατά την αποδοχή ή απόρριψη της μιας ή άλλης άποψης, επιχειρώντας να χειραγωγήσουν με μάλλον άκομψο τρόπο το ακροατήριό τους.
Τάσος Βασιλείου, πολιτικός αναλυτής, διευθυντής Δημόσιων και Εταιρικών Υποθέσεων Prorata
Η καχυποψία που υπάρχει σε ένα τμήμα της κοινωνίας απέναντι στις δημοσκοπήσεις δεν πρέπει να υποτιμάται. Είναι μέρος μιας ευρύτερης κρίσης εμπιστοσύνης απέναντι στους θεσμούς, με αιχμή το πολιτικό σύστημα και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Ετσι, οι δημοσκοπήσεις δεν μπορούν να μείνουν έξω από αυτό το κλίμα αμφισβήτησης.
Παραμένουν, όμως, ένα από τα βασικότερα εργαλεία καταγραφής των κοινωνικών και πολιτικών τάσεων σε μια δημοκρατία. Δεν προβλέπουν το μέλλον. Αποτυπώνουν, με επιστημονικές μεθόδους, τις στάσεις και τις αντιλήψεις της κοινωνίας σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Οσοι εργαζόμαστε στον τομέα αυτόν γνωρίζουμε καλά ότι κάθε δημοσκόπηση κρίνεται διαρκώς, ακριβώς γιατί μπορεί να επηρεάσει το δημόσιο κλίμα και τη δημόσια συζήτηση. Για τον λόγο αυτόν θεωρώ σημαντικό να μην αντιμετωπίζονται οι έρευνες αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα της πρόθεσης ψήφου.
Μια δημοσκόπηση λέει πολύ περισσότερα για το πώς η κοινωνία βιώνει τα πράγματα. Τι φοβίζει τους πολίτες, τι τους κινητοποιεί, πώς αξιολογούν την καθημερινότητά τους, πού αισθάνονται ανασφάλεια ή προσδοκία. Γι’ αυτό και οι ερωτήσεις που τίθενται κάθε φορά αποτελούν κρίσιμη όψη της μεθοδολογίας, καθώς καθορίζουν το βάθος της κατανόησης που μπορείς να έχεις για μια κοινωνική ή πολιτική πραγματικότητα. Εξίσου σημαντικό, όμως, είναι και το πώς παρουσιάζονται και διαβάζονται τα αποτελέσματα. Συχνά ο δημόσιος διάλογος περιορίζεται σε ένα ποσοστό ή σε μια «κούρσα» πρόθεσης ψήφου, ενώ η ουσία μιας έρευνας βρίσκεται πολλές φορές στις σύνθετες κοινωνικές τάσεις που καταγράφονται πίσω από τους αριθμούς.
Newsroom Κυριακή, 10 Μαϊος 2026 06:30 EUROKINISSI Δες περισσότερα άρθρα του CNN Greece όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google Διαβάστε εδώ ...