Εν μέσω ενός πολιτικού σκηνικού που μοιάζει με κινούμενη άμμο, το ζήτημα της ακρίβειας στα καύσιμα αναδεικνύεται σε αιχμή που πιέζει αφόρητα το κυβερνητικό στρατόπεδο

Σε μια περίοδο ρευστή και «ευαίσθητη» για τους πολιτικούς συσχετισμούς το ζήτημα της ακρίβειας στα καύσιμα αναδεικνύεται σε πολιτική αιχμή που πιέζει αφόρητα την κυβέρνηση . Σύσσωμη η αντιπολίτευση ζητεί φορολόγηση των υπερκερδών των επιχειρήσεων ενέργειας και λήψη ουσιαστικών μέτρων στήριξης με παρέμβαση στην «απαγορευμένη» για την κυβέρνηση περιοχή της φορολογίας των καυσίμων (Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης – ΕΦΚ και ΦΠΑ καυσίμων)
Μέτρο των πολιτικών πιέσεων είναι το γεγονός ότι ύστερα από τη γνωστή «προσωπική άποψη» του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη για το επίδομα ανεργίας, χθες είχαμε την «προσωπική άποψη» του αναπληρωτή υπουργού Μεταφορών, Κωνσταντίνου Κυρανάκη, που κάνει ένα βήμα πίσω από τις κυβερνητικές θέσεις στο πετρέλαιο θέρμανσης.
Η εστίαση της πολιτικής και κοινωνικής πίεσης προς την κυβέρνηση στην ελάφρυνση της φορολογίας στα καύσιμα (μείωση ΦΠΑ και Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης) είναι εντελώς εύλογη. Η Ελλάδα έχει από τους πιο βαρείς στην Ε.Ε. φόρους στα καύσιμα. Συγκεκριμένα, με τιμές αναφοράς της 14ης Σεπτεμβρίου:
- Η τιμή της αμόλυβδης χωρίς φόρους (θα) ήταν 1,025 ευρώ λίτρο, χαμηλότερα από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο (1,088 ευρώ ανά λίτρο), και θα κατέτασσε την Ελλάδα στη 15η θέση της Ε.Ε. Μετά τους φόρους όμως ήταν 2,158 ευρώ ανά λίτρο, πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (2,063 ευρώ ανά λίτρο), που την αναδεικνύει σε 6η ακριβότερη χώρα της Ε.Ε. Είναι εντυπωσιακό: η τιμή μετά τους φόρους είναι αυξημένη κατά 108%.
- Ανάλογη είναι η κατάσταση και με το ντίζελ (πετρέλαιο κίνησης): η ελληνική τιμή στις 14 Σεπτεμβρίου χωρίς φόρους (θα) ήταν 1,287 ευρώ ανά λίτρο, κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (1,315 ευρώ ανά λίτρο), που αναδεικνύει την Ελλάδα από 16η σε 6η ακριβότερη χώρα της Ε.Ε. Στο ντίζελ η τιμή μετά από φόρους είναι 65% ακριβότερη!
Η αύξηση των φόρων σε τόσο υψηλά επίπεδα είναι αποτέλεσμα της μνημονιακής περιόδου, οπότε το αίτημα για μείωσή τους έχει και αντιμνημονιακή διάσταση.
Ψέματα και μισές αλήθειες
Η κυβέρνηση επικαλείται την «οροφή» δαπανών που επιβάλλει το Σύμφωνο Σταθερότητας, ισχυριζόμενη ότι με τα ανακοινωθέντα μέτρα έχει πιάσει «οροφή» για το 2026. Ωστόσο αυτή η «οροφή» δεν είναι αμετακίνητη. Η κυβέρνηση μπορεί να πάρει προσωρινά μέτρα για να αυξήσει τα έσοδα και έτσι να αυξήσει αντίστοιχα τις δαπάνες. Στην προκειμένη περίπτωση τέτοιο μέτρο θα ήταν, όπως ζητεί και η αντιπολίτευση, η φορολόγηση των υπερκερδών των επιχειρήσεων του χώρου της ενέργειας. Ομως η κυβέρνηση έως σήμερα το θεωρεί «κόκκινη γραμμή» και προσποιείται ότι θέλει έγκριση από την Κομισιόν που θα διευρύνει τα δημοσιονομικά περιθώρια.
Ακόμη μεγαλύτερο «κατηγορώ» για την κυβερνητική πολιτική είναι το γεγονός, που αποδεικνύεται από τα στοιχεία, ότι τα έως σήμερα μέτρα (fuel pass για βενζίνη και πετρέλαιο κίνησης) χρηματοδοτούνται από τα υπερέσοδα στον ΦΠΑ λόγω ενεργειακής ακρίβειας. Στο διάστημα Μαρτίου-Ιουλίου, που έχουμε πλήρη στοιχεία για την εκτέλεση του προϋπολογισμού, τα εκτιμώμενα υπερέσοδα από τον ΦΠΑ καυσίμων ανέρχονται σε 140 εκατ. ευρώ.
Στο ίδιο διάστημα το κόστος των κυβερνητικών μέτρων (Fuel Pass + επιδότηση diesel) ανήλθε σε 241 εκατ. ευρώ. Επιπλέον τα έσοδα από τον ΕΦΚ μειώθηκαν λόγω «καταστροφής της ζήτησης» (μείωση της κατανάλωσης), καθώς ο ΕΦΚ μπαίνει πάνω στον όγκο των πωλήσεων (λίτρα ή χιλιόλιτρα) και όχι πάνω στην αξία. Ετσι αντί να μειωθεί ο ΕΦΚ, που θα μείωνε και την επίδραση του ΦΠΑ, ο οποίος είναι φόρος επί της αξίας, επομένως και την τιμή στην αντλία, οι τιμές έμειναν ψηλά, το Δημόσιο χάνει και η κυβέρνηση στην πράξη επιδοτεί τα υπερκέρδη των διυλιστηρίων – που αρνείται να φορολογήσει!




