Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

Είμαστε μπροστά σε επερχόμενη αγροτική κρίση;

 




agrotes
© Dreamstime.com


Ερχονται μείωση γεωργικών επιδοτήσεων και μεγαλύτερη έκθεση στον διεθνή ανταγωνισμό ● Ελάχιστα ανθεκτικός ο ελληνικός γεωργικός τομέας στην πίεση των αρνητικών παραγόντων. Ποια χαρακτηριστικά του τον καθιστούν ευάλωτο ● Υπάρχει γεωργική παραγωγή χωρίς επιδοτήσεις;

Πολλούς εντυπωσίασαν η διάρκεια, η μαχητικότητα και η αντοχή της πρόσφατης αγροτικής κινητοποίησης. Πρέπει όμως να μας απασχολήσει η ερμηνεία αυτών των χαρακτηριστικών: ποιοι υλικοί όροι τροφοδότησαν αυτά τα χαρακτηριστικά; Οι πολιτικοί όροι σίγουρα δεν ήταν ευνοϊκοί, επομένως τα βαθύτερα αίτια πρέπει να αναζητηθούν αλλού. Για να γενικεύσουμε το ερώτημα και να προσανατολίσουμε την έρευνα για το πώς πρέπει να απαντηθεί, θα το υπαγάγουμε σε ένα συνολικότερο: Μήπως η πρόσφατη αγροτική κινητοποίηση ήταν ο προδρομικός κοινωνικός σπασμός που μας εισάγει σε μια εποχή αργόσυρτης κρίσης στον αγροτικό τομέα; Μήπως, ενστικτωδώς έστω, δηλαδή βλέποντας να προσεγγίζουν το όριο της επιβίωσης -όχι όλοι, αλλά πολλοί ώστε να διαμορφώνουν το «κλίμα» και τις διαθέσεις-, αντιλήφθηκαν ότι βρίσκονται μπροστά σε μια νέα κρίση στον αγροτικό τομέα;

Δεν είναι απλώς υπόθεση εργασίας, καθώς στηρίζεται σε πραγματικά δεδομένα. Αυτά με τη σειρά τους συνδυάζονται μεταξύ τους για να σκιαγραφήσουν την «εικόνα των πραγμάτων που θα έρθουν» στον αγροτικό τομέα όχι στο μακρινό μέλλον, αλλά στα επόμενα κιόλας χρόνια - κι αυτή η εικόνα όχι μόνο δεν είναι ευοίωνη, αλλά είναι εξαιρετικά «σκοτεινή».

Οι 4 παράμετροι

Η συνολική εικόνα διαμορφώνεται από τον συνδυασμό 4 βασικών παραγόντων:

■ Επερχόμενη δραστική μείωση των αγροτικών επιδοτήσεων:

Το σχέδιο-πρόταση της Κομισιόν για τον νέο πολυετή ευρωπαϊκό προϋπολογισμό 2028-2034 προβλέπει θηριώδη περικοπή των γεωργικών επιδοτήσεων κατά 28%! Αυτό ισοδυναμεί με προαναγγελία εξολόθρευσης σημαντικού τμήματος της γεωργικής παραγωγής και σημαντικού τμήματος του αγροτικού κόσμου. Το γεγονός ότι αυτό συνδυάζεται και με περικοπές πάνω από 20% στις πολιτικές συνοχής -στο πλαίσιο της μετάβασης από τη «σύγκλιση και συνοχή» στην «άμυνα και ασφάλεια»- σημαίνει ότι θα μειωθούν δραστικά και οι ευρωπαϊκοί πόροι για τη στήριξη περιοχών της υπαίθρου που θα βιώσουν το σοκ της κρίσης.

■ Συνέπειες της ακόμη μεγαλύτερης έκθεσης των ελληνικών αγροτικών προϊόντων στον διεθνή ανταγωνισμό (συμφωνία Mercosur κ.λπ.):

Ως γνήσιοι νεοφιλελεύθεροι, ο πρωθυπουργός και τα στελέχη της κυβέρνησής του δεν χάνουν ευκαιρία να δηλώσουν πως όχι μόνο είναι υπέρ της περαιτέρω έκθεσης της ελληνικής γεωργίας στον διεθνή ανταγωνισμό, αλλά και υπέρ της Ευρώπης των δύο «ταχυτήτων» και της έκθεσης στον διεθνή ανταγωνισμό «χωρίς αναισθητικό», επομένως και υπέρ της Mercosur. Για τις τραγικές συνέπειες αυτού, θα μιλήσουμε παρακάτω, αλλά πρέπει να θεωρηθούν δεδομένες.

■ Διαρκώς επιδεινούμενες συνέπειες της κλιματικής κρίσης στην ελληνική γεωργία:

Στο ζήτημα αυτό αρκεί να υπενθυμίσουμε τις συνέπειες του «Ντάνιελ» και τη γνωστή δήλωση του πανεπιστημιακού Χρήστου Ζερεφού ότι μέχρι το 2050 όλη η Ανατολική Ελλάδα θα ημιερημοποιηθεί. Δεν πρόκειται για συνέπειες που θα επέλθουν στο μακρινό μέλλον, αλλά για συνέπειες που υπάρχουν ήδη και θα εντείνονται διαρκώς.

■ Ελάχιστα ανθεκτικά στον διεθνή ανταγωνισμό διαρθρωτικά χαρακτηριστικά του ελληνικού αγροτικού τομέα:

Τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά του ελληνικού αγροτικού τομέα, ο μικρός κλήρος και το υψηλό κόστος παραγωγής τον καθιστούν πολύ ευάλωτο και ελάχιστα ανθεκτικό στη συνδυασμένη επίδραση και πίεση των τριών προαναφερθέντων παραγόντων.

Χωρίς να επεκταθούμε στο ζήτημα της θεαματικής περικοπής των αγροτικών επιδοτήσεων στο πλαίσιο του νέου πολυετούς ευρωπαϊκού προϋπολογισμού, αλλά θεωρώντας τες δεδομένες (έστω και αν το τελικό τους ύψος θα καθοριστεί από πολύπλοκες και αργόσυρτες διαπραγματεύσεις στα ευρωπαϊκά όργανα), ας δούμε όλα τα υπόλοιπα με τη σειρά.

Mercosur vs ΚΑΠ συνέπειες και αντιφάσεις

Η σύγκρουση μεταξύ της ΚΑΠ (ευρωπαϊκή Κοινή Αγροτική Πολιτική) και της εμπορικής συμφωνίας Mercosur είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα «πολιτικής σχιζοφρένειας» εντός της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Από τη μία πλευρά, η Ε.Ε. επιβάλλει στους αγρότες της τα πιο αυστηρά περιβαλλοντικά πρότυπα στον κόσμο και από την άλλη, ανοίγει την πόρτα σε προϊόντα που παράγονται με εντελώς αντίθετους όρους.

Ακολουθούν οι βασικές διαφορές και οι δομικές αντιφάσεις:

1. Οι δομικές διαφορές

Στον παρατιθέμενο πίνακα καταγράφονται οι δομικές διαφορές μεταξύ Mercosur και ΚΑΠ.

2. Οι κεντρικές αντιφάσεις

α. Η αντίφαση του «πράσινου» προστατευτισμού

Η Ε.Ε. μέσω της ΚΑΠ ζητά από τον Ελληνα ή τον Γάλλο αγρότη να μειώσει την παραγωγή του για να σώσει το κλίμα (π.χ. αγρανάπαυση). Την ίδια στιγμή, η Mercosur εισάγει προϊόντα που παράγονται καταστρέφοντας τον Αμαζόνιο - τον μεγαλύτερο «πνεύμονα» του πλανήτη.

Η αντίφαση: Η Ε.Ε. εξάγει τη ρύπανση και την περιβαλλοντική καταστροφή εκτός των συνόρων της, ενώ «πρασινίζει» τεχνητά τη δική της επικράτεια.

β. Η αντίφαση της ανταγωνιστικότητας

Η ΚΑΠ αυξάνει το κόστος παραγωγής στην Ευρώπη (ακριβά φάρμακα, γραφειοκρατία, ψηφιακά συστήματα). Η Mercosur καταργεί τους δασμούς σε προϊόντα που είναι ήδη φτηνότερα επειδή δεν τηρούν αυτούς τους κανόνες.

Η αντίφαση: Το ευρωπαϊκό κράτος επιδοτεί τον αγρότη για να επιβιώσει (ΚΑΠ) και ταυτόχρονα υπογράφει συμφωνίες (Mercosur) που καθιστούν το προϊόν του μη ανταγωνιστικό στην ίδια του τη χώρα.

γ. Η αντίφαση της δημόσιας υγείας

Η Ε.Ε. επιβάλλει αυστηρούς ελέγχους στα ευρωπαϊκά προϊόντα για την ασφάλεια του καταναλωτή. Ωστόσο, οι έλεγχοι στα λιμάνια για τα εισαγόμενα προϊόντα της Mercosur είναι δειγματοληπτικοί και δεν μπορούν να εγγυηθούν την απουσία ορμονών ή απαγορευμένων φυτοφαρμάκων στο 100% των φορτίων.

Η αντίφαση: Δύο μέτρα και δύο σταθμά για το ίδιο πιάτο φαγητού.

δ. Η αντίφαση των συμφερόντων (βιομηχανία vs γεωργία)

Η Mercosur δεν είναι μια συμφωνία «αγροτική», αλλά μια συμφωνία ανταλλαγής. Η Ε.Ε. θυσιάζει τον αγροτικό της τομέα για να κερδίσει η βαριά βιομηχανία (αυτοκίνητα, χημικά, μηχανήματα) πρόσβαση στις αγορές της Λατινικής Αμερικής.

Η αντίφαση: Η Ε.Ε. διακηρύσσει τη «στρατηγική αυτονομία» και τη «διατροφική ασφάλεια», αλλά στην πράξη μετατρέπει τα τρόφιμα σε «νόμισμα» για την πώληση βιομηχανικών αγαθών.

3. Το αποτέλεσμα για την Ελλάδα

Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, με μικρό κλήρο και υψηλό κόστος, η Mercosur λειτουργεί σαν λαιμητόμος.

Ο Ελληνας κτηνοτρόφος δεν πρόκειται ποτέ να ανταγωνιστεί τις τιμές της Βραζιλίας. Η ΚΑΠ τον αναγκάζει να γίνει «περιβαλλοντολόγος», αλλά η Mercosur τον αναγκάζει να ανταγωνιστεί έναν «βιομήχανο κρέατος» που δεν δίνει λογαριασμό για το περιβάλλον.

Πηγή προβληματισμού: Οι αγροτικές κινητοποιήσεις του 2024-2026 σε όλη την Ευρώπη έχουν κεντρικό σύνθημα το «No Mercosur», απαιτώντας «ρήτρες καθρέφτη» (mirror clauses), δηλαδή να επιτρέπεται η εισαγωγή μόνο προϊόντων που τηρούν ακριβώς τους ίδιους κανόνες με τους ευρωπαϊκούς.

ΜΟΤΙΟΝΤΕΑΜ/ΒΕΡΒΕΡΙΔΗΣ ΒΑΣΙΛΗΣ

Οι επιδοτήσεις «κλείνουν την ψαλίδα» για να επιβιώσει ο παραγωγός

Υπάρχει η λαθεμένη εντύπωση ότι στην Ελλάδα οι αγρότες ζουν με επιδοτήσεις ενώ άλλες τάξεις και στρώματα αναγκάζονται και ανταγωνίζονται στην αγορά. Παρουσιάζονται δηλαδή οι αγρότες σαν προνομιούχο στρώμα που παραδοσιακά ενισχύεται, εις βάρος άλλων κατηγοριών, για αδιευκρίνιστους λόγους. Η αλήθεια όμως είναι διαφορετική και στην Ευρώπη αλλά και σε όλο τον πλανήτη, πλην ελάχιστων εξαιρέσεων. Οι λόγοι για τους οποίους υπάρχουν οι επιδοτήσεις είναι πολλοί, μεταξύ των οποίων οι σημαντικότεροι είναι:

1. Μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ευρώπη αντιμετώπιζε ελλείψεις τροφίμων

Να εξασφαλιστεί ότι θα υπάρχει αρκετή παραγωγή τροφίμων, σε σταθερές τιμές, χωρίς εξάρτηση από εισαγωγές. Οι επιδοτήσεις ενίσχυαν την παραγωγή ώστε «να μην ξαναπεινάσει η Ευρώπη». Αυτός είναι ο ιστορικός πυρήνας της ΚΑΠ (από το 1962).

2. Σταθεροποίηση αγροτικού εισοδήματος

Η γεωργία έχει υψηλό ρίσκο: καιρικά φαινόμενα, ασθένειες, μεγάλες διακυμάνσεις τιμών, διεθνής ανταγωνισμός. Χωρίς στήριξη, πολλοί αγρότες θα χρεοκοπούσαν.

Οι επιδοτήσεις λειτουργούν σαν «δίχτυ ασφαλείας εισοδήματος» ώστε ο αγρότης να επιβιώνει ακόμη και σε κακή χρονιά ή χρονιές.

3. Στήριξη της υπαίθρου και αποφυγή ερήμωσης

Η αγροτική δραστηριότητα κρατά ζωντανά χωριά, στηρίζει τοπικές οικονομίες, περιορίζει την αστυφιλία. Χωρίς επιδοτήσεις θα υπάρξει μαζική εγκατάλειψη της υπαίθρου.

Αρα οι επιδοτήσεις είναι και κοινωνική πολιτική, όχι μόνο αγροτική.

4. Αντιστάθμιση χαμηλών τιμών παραγωγού

Στην Ε.Ε. (και στην Ελλάδα), οι αγρότες πουλάνε φτηνά τα προϊόντα τους και αγοράζουν ακριβά (καύσιμα, λιπάσματα, μηχανήματα). Μεγάλο μέρος της αξίας καρπώνονται ηγεμονικά έμποροι, μεταποιητές, σουπερμάρκετ.

Οι επιδοτήσεις «κλείνουν την ψαλίδα». Δίνουν εισόδημα που η αγορά δεν προσφέρει, χωρίς το οποίο δεν θα επιβίωνε ο πρώτος κρίκος της αλυσίδας.

5. Διατήρηση ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας

Σε παγκόσμιο επίπεδο, ΗΠΑ, Κίνα, Βραζιλία κ.ά. επιδοτούν επίσης τους αγρότες τους. Αν η Ε.Ε. δεν επιδοτούσε, οι Ευρωπαίοι παραγωγοί θα έχαναν στον διεθνή ανταγωνισμό.

Αρα οι επιδοτήσεις είναι και εργαλείο εμπορικού ανταγωνισμού.

6. Περιβαλλοντικοί στόχοι (κυρίως μετά το 2000)

Από τη δεκαετία του 2000 και μετά, οι επιδοτήσεις συνδέθηκαν με προστασία εδάφους, βιοποικιλότητα, μείωση φυτοφαρμάκων, κλιματική προσαρμογή.

Μετά το 2023, μεγάλο μέρος πάει σε «οικολογικά σχήματα». Δηλαδή, επιδοτείται ο αγρότης για «δημόσια αγαθά», όχι μόνο για προϊόντα.

Σε ελάχιστα μέρη στον κόσμο οι αγρότες ζουν μόνο από την αγορά, δηλαδή χωρίς κρατικές επιδοτήσεις!

Η γεωργία στον αναπτυγμένο κόσμο είναι ο πιο προστατευμένος και επιδοτούμενος κλάδος της οικονομίας.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των ΗΠΑ, για τις οποίες είναι ευρέως διαδεδομένος ο μύθος ότι ο αγροτικός της τομέας ζει από την αγορά και δεν επιδοτείται. Στην πραγματικότητα, η αγροτική παραγωγή των ΗΠΑ είναι βαριά επιδοτούμενη, ίσως με τρόπο ακόμα πιο στρατηγικό και επιθετικό σε σχέση με αυτόν της Ευρώπης. Η βασική διαφορά είναι ότι οι ΗΠΑ δεν επιδοτούν την «ύπαρξη» του αγρότη, αλλά την κυριαρχία του στην παγκόσμια αγορά.

Η επιδότηση γίνεται με το «Farm Bill», το «ιερό δισκοπότηρο των επιδοτήσεων». Περίπου κάθε πέντε χρόνια, το Κογκρέσο ψηφίζει το «Farm Bill», έναν προϋπολογισμό εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων, που αφορά:

● Ασφάλιση Καλλιεργειών (Crop Insurance): Αντί για άμεσες ενισχύσεις ανά στρέμμα (όπως η ΚΑΠ), το κράτος επιδοτεί τα ασφάλιστρα των αγροτών. Αν πέσει η τιμή διεθνώς ή αν γίνει μια καταστροφή, ο αγρότης αποζημιώνεται για το χαμένο εισόδημα, όχι απλώς για τη ζημιά. Αυτό του επιτρέπει να ρισκάρει και να παράγει τεράστιες ποσότητες.

● Επιδοτήσεις Εμπορευμάτων (Commodity Subsidies): Προϊόντα όπως το καλαμπόκι, η σόγια, το σιτάρι και το βαμβάκι λαμβάνουν τεράστια στήριξη. Αυτό επιτρέπει στους Αμερικανούς να πουλάνε στη διεθνή αγορά σε τιμές κάτω του κόστους παραγωγής (dumping), εξοστρακίζοντας τους παραγωγούς από άλλες χώρες.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ/EUROKINISSI

Διατροφική επάρκεια

Μέχρι το 2019, η Ελλάδα λειτουργούσε σε ένα καθεστώς «προβλέψιμου ελλείμματος». Παρά τις δυνατότητες της υπαίθρου, η χώρα εισήγαγε το 75-80% του βόειου κρέατος και το 60% του χοιρινού, ενώ ήταν ελλειμματική σε όσπρια και μαλακό σιτάρι (για ψωμί).

● Δείκτης αυτάρκειας: Σύμφωνα με στοιχεία της ΠΑΣΕΓΕΣ και του ΚΕΠΕ, η συνολική διατροφική επάρκεια κυμαινόταν γύρω στο 94-98%, όμως αυτό το νούμερο ήταν παραπλανητικό. Η υψηλή επάρκεια στα φρούτα (180%) και στο λάδι (160%) «κάλυπτε» το τεράστιο κενό σε κρέας και γαλακτοκομικά.

● Εισαγωγές: Η χώρα δαπανούσε περίπου 5-6 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως για εισαγωγές τροφίμων, κυρίως από τη Γαλλία, την Ολλανδία και τη Γερμανία.

● Κοινωνική διάσταση: Με βάση την έρευνα SILC της ΕΛΣΤΑΤ (2019), το 8% του πληθυσμού αντιμετώπιζε μέτρια ή σοβαρή ανεπάρκεια τροφής, κυρίως λόγω οικονομικής αδυναμίας και όχι έλλειψης προϊόντων στα ράφια.

● η κρίση ως επιταχυντής:

Από το 2019 έως το 2025, τρεις παράγοντες άλλαξαν τον χάρτη: η πανδημία, η ενεργειακή κρίση και οι καταστροφές (Daniel).

1. Η καταστροφή της Θεσσαλίας (2023)

Η κακοκαιρία Daniel αποτέλεσε το μεγαλύτερο πλήγμα στη διατροφική επάρκεια της σύγχρονης Ελλάδας.

Η Θεσσαλία παρήγε το 33% του σκληρού σιταριού, το 19% του εγχώριου γάλακτος και το 18,5% του βόειου κρέατος. Η καταστροφή χιλιάδων στρεμμάτων και ο πνιγμός εκατοντάδων χιλιάδων ζώων μείωσαν την εγχώρια προσφορά, οδηγώντας σε εκτόξευση των εισαγωγών για την κάλυψη του κενού.

2. Το παράδοξο των εξαγωγών και της ακρίβειας

Μετά το 2019, οι ελληνικές εξαγωγές τροφίμων απογειώθηκαν.

Σύμφωνα με το Greece in Figures (2024), η αξία των εξαγωγών αυξήθηκε κατά 73% (φτάνοντας τα 8,26 δισ. ευρώ). Ωστόσο, αυτό δεν μεταφράστηκε σε καλύτερη επάρκεια για τον Ελληνα καταναλωτή. Αντίθετα, ο πληθωρισμός τροφίμων (που άγγιξε το 15-20% το 2023) ανάγκασε τα νοικοκυριά να στραφούν σε φτηνότερα, εισαγόμενα και επεξεργασμένα προϊόντα.

3. Η εξάρτηση από τις ζωοτροφές

Η διατροφική επάρκεια στην Ελλάδα «σπάει» στην αλυσίδα των ζωοτροφών. Το ΚΕΠΕ (Greek Economic Outlook 2025) επισημαίνει ότι η Ελλάδα εισάγει ετησίως προϊόντα αξίας 4,5 δισεκατομμυρίων ευρώ (κρέας, γαλακτοκομικά, ζωοτροφές) που θα μπορούσε να παράγει η ίδια. Η εγκατάλειψη της καλλιέργειας κτηνοτροφικών φυτών στην ελληνική ύπαιθρο καθιστά την εγχώρια κτηνοτροφία πλήρως εξαρτημένη από τις διεθνείς τιμές σόγιας και καλαμποκιού.

4. Γενικά για τη διατροφική επάρκεια

Η διατροφική επάρκεια αποτελεί βασικό πυλώνα της κοινωνικής και οικονομικής ασφάλειας μιας χώρας. Αναφέρεται στην ικανότητα ενός κράτους να εξασφαλίζει επαρκή, ποιοτικά και οικονομικά προσιτά τρόφιμα για τον πληθυσμό του, είτε μέσω εγχώριας παραγωγής είτε μέσω σταθερών και αξιόπιστων εισαγωγών. Στην περίπτωση της Ελλάδας, το ζήτημα της διατροφικής επάρκειας έχει αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία τα τελευταία χρόνια, λόγω των διεθνών κρίσεων, της κλιματικής αλλαγής και των δομικών προβλημάτων του αγροτικού τομέα.

Παραδοσιακά, η Ελλάδα διαθέτει ισχυρή παραγωγική βάση σε ορισμένα αγροτικά προϊόντα, όπως το ελαιόλαδο, τα φρούτα, τα λαχανικά, τα αμπελουργικά προϊόντα και ορισμένα δημητριακά. Σε αυτούς τους τομείς, η χώρα καλύπτει σε μεγάλο βαθμό τις εσωτερικές της ανάγκες και εμφανίζει συχνά εξαγωγική δυναμική. Ωστόσο, σε βασικές κατηγορίες τροφίμων, όπως το κρέας, τα γαλακτοκομικά, οι ζωοτροφές και ορισμένα δημητριακά, η Ελλάδα παραμένει σε σημαντικό βαθμό εξαρτημένη από εισαγωγές. Αυτό σημαίνει ότι η διατροφική της επάρκεια δεν βασίζεται αποκλειστικά στην εγχώρια παραγωγή, αλλά σε ένα ευάλωτο διεθνές εμπορικό σύστημα.

Ενας από τους σημαντικότερους κινδύνους για τη διατροφική επάρκεια είναι η εξάρτηση από το εξωτερικό. Η εισαγωγή μεγάλων ποσοτήτων σιτηρών, κρέατος και ζωοτροφών καθιστά τη χώρα ευάλωτη σε διεθνείς κρίσεις, όπως πολεμικές συγκρούσεις, εμπορικούς περιορισμούς ή αυξήσεις τιμών. Η κρίση στην Ουκρανία και η ενεργειακή κρίση μετά το 2022 ανέδειξαν με σαφήνεια αυτόν τον κίνδυνο, καθώς οι τιμές βασικών τροφίμων αυξήθηκαν απότομα και η ασφάλεια εφοδιασμού τέθηκε υπό αμφισβήτηση.

Ιδιαίτερα σημαντικός παράγοντας είναι και η κλιματική αλλαγή. Η Ελλάδα ανήκει στις περιοχές της Μεσογείου που πλήττονται έντονα από ξηρασίες, καύσωνες, πλημμύρες και ακραία καιρικά φαινόμενα. Οι καταστροφές καλλιεργειών, η μείωση των υδατικών πόρων και η αύξηση των ασθενειών των φυτών επηρεάζουν άμεσα τη γεωργική παραγωγή. Η συχνή εμφάνιση πυρκαγιών και πλημμυρών τα τελευταία χρόνια επιβαρύνει περαιτέρω την αγροτική οικονομία και μειώνει τη σταθερότητα της παραγωγής.

Παράλληλα, σοβαρό πρόβλημα αποτελεί η δημογραφική και κοινωνική αποδυνάμωση της υπαίθρου. Ο αγροτικός πληθυσμός γηράσκει, ενώ οι νέοι απομακρύνονται από τη γεωργία λόγω χαμηλών εισοδημάτων και αβεβαιότητας. Η μείωση του αριθμού των ενεργών παραγωγών οδηγεί σε εγκατάλειψη καλλιεργήσιμων εκτάσεων και απώλεια παραγωγικής δυναμικότητας. Μακροπρόθεσμα, αυτό υπονομεύει την ικανότητα της χώρας να στηρίξει τη διατροφική της αυτάρκεια.

Ακόμη ένας κίνδυνος σχετίζεται με το υψηλό κόστος παραγωγής. Τα καύσιμα, τα λιπάσματα, η ενέργεια και οι ζωοτροφές επιβαρύνουν σημαντικά τους Ελληνες αγρότες. Οταν το κόστος ξεπερνά το εισόδημα, πολλοί εγκαταλείπουν την παραγωγή ή περιορίζουν τις καλλιέργειές τους. Αυτό οδηγεί σε συρρίκνωση της εγχώριας προσφοράς τροφίμων και αυξημένη εξάρτηση από εισαγωγές.

Επιπλέον, η συγκέντρωση της εμπορίας τροφίμων σε μεγάλες αλυσίδες και μεσάζοντες περιορίζει το εισόδημα των παραγωγών και αυξάνει τις τιμές για τους καταναλωτές. Το φαινόμενο αυτό αποδυναμώνει την τοπική παραγωγή και μειώνει τη διατροφική ανθεκτικότητα της χώρας, δηλαδή την ικανότητά της να ανταποκρίνεται σε κρίσεις.

Τέλος, οι αλλαγές στην Κοινή Αγροτική Πολιτική και η έμφαση στην περιβαλλοντική προσαρμογή, αν και αναγκαίες, δημιουργούν μεταβατικές δυσκολίες. Οταν δεν συνοδεύονται από επαρκή χρηματοδότηση και τεχνική υποστήριξη, μπορεί να περιορίσουν την παραγωγή και να εντείνουν την ανασφάλεια των αγροτών.

Συμπερασματικά, η Ελλάδα διαθέτει σημαντικές δυνατότητες στον τομέα της αγροτικής παραγωγής, αλλά η διατροφική της επάρκεια παραμένει εύθραυστη. Η εξάρτηση από εισαγωγές, η κλιματική κρίση, η γήρανση του αγροτικού πληθυσμού και το αυξημένο κόστος παραγωγής συνιστούν βασικούς κινδύνους. Η ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής, η στήριξη των νέων αγροτών, η επένδυση σε ανθεκτικές καλλιέργειες και η αναβάθμιση των τοπικών διατροφικών αλυσίδων αποτελούν κρίσιμες προϋποθέσεις για τη διασφάλιση της διατροφικής ασφάλειας της χώρας στο μέλλον.

Η γεωργία των μεγάλων εταιρειών (Agribusiness)

© Dreamstime.com

Στις ΗΠΑ κατ' εξοχήν -λιγότερο σε χώρες της Ε.Ε. με προηγμένη και εκβιομηχανισμένη γεωργία- η «αγροτιά» όπως την ξέρουμε στην Ελλάδα (ο παππούς με το τρακτέρ στο χωριό) έχει σχεδόν εξαφανιστεί.

▪ Συγκέντρωση: Το 2% των εκμεταλλεύσεων παράγει το 50% της αξίας των προϊόντων.

▪ Καθετοποίηση: Συχνά ο αγρότης είναι «εργολάβος» μεγάλων εταιρειών (όπως η Tyson Foods ή η Cargill). Η εταιρεία τού δίνει τους σπόρους, τα φάρμακα και τις οδηγίες και εκείνος απλώς εκτελεί, έχοντας εγγυημένη απορρόφηση αλλά πολύ μικρό περιθώριο κέρδους.

▪ Η σύνδεση με την «Εσωτερική βοήθεια» (SNAP): Ενα τεράστιο μέρος του «Farm Bill» (περίπου το 80%) πηγαίνει στο πρόγραμμα SNAP (κουπόνια τροφίμων για τους απόρους).

Γιατί αφορά την αγροτιά; Γιατί τα κουπόνια αυτά εξαργυρώνονται σε αμερικανικά προϊόντα. Ετσι, το κράτος δημιουργεί μια τεχνητή ζήτηση για την εγχώρια παραγωγή, στηρίζοντας ταυτόχρονα την κοινωνική ειρήνη στις πόλεις και τις τιμές στο χωράφι.

Τρεις περιπτώσεις που ζουν «μόνο» από την αγορά

Υπάρχουν τρεις κατηγορίες παραγωγής που πλησιάζουν περισσότερο στο μοντέλο «ζω από την αγορά»:

1. Το «Μοντέλο της Νέας Ζηλανδίας» (η εξαίρεση)

Η Νέα Ζηλανδία είναι η μοναδική αναπτυγμένη χώρα που το 1984 κατήργησε σχεδόν όλες τις αγροτικές επιδοτήσεις μέσα σε μια νύχτα λόγω οικονομικής κρίσης.

• Το αποτέλεσμα: Επειτα από ένα αρχικό σοκ, οι αγρότες έγιναν εξαιρετικά ανταγωνιστικοί. Σήμερα, η Νέα Ζηλανδία είναι παγκόσμιος ηγέτης στα γαλακτοκομικά και το αρνί, παράγοντας προϊόντα που επιβιώνουν στις διεθνείς αγορές χωρίς κρατική στήριξη.

• Το τίμημα: Οι μικρές οικογενειακές φάρμες εξαφανίστηκαν και η παραγωγή πέρασε σε τεράστιες, βιομηχανοποιημένες μονάδες (agribusiness).

2. Οι «βιομηχανίες» κηπευτικών (Ολλανδία-Ισπανία)

Στην Ευρώπη, η Ολλανδία και η νότια Ισπανία (Αλμερία) λειτουργούν με όρους καθαρής αγοράς σε μεγάλο βαθμό.

• Ολλανδία: Η παραγωγή σε θερμοκήπια υψηλής τεχνολογίας βασίζεται στην αποδοτικότητα. Οι αγρότες εκεί λειτουργούν περισσότερο σαν «διευθυντές εργοστασίων». Αν η αγορά ζητάει ντοματίνια, παράγουν ντοματίνια - αν δεν συμφέρει, αλλάζουν την παραγωγή σε 24 ώρες.

• Γιατί «ζουν» από την αγορά; Γιατί ο όγκος παραγωγής και η τεχνολογία μειώνουν το κόστος τόσο πολύ, που η επιδότηση της ΚΑΠ αποτελεί μόνο ένα μικρό κλάσμα των εσόδων τους (συχνά κάτω από 5-10%).

3. Τα Προϊόντα «Luxury» και ΠΟΠ Υψηλής Αξίας

Υπάρχουν θύλακοι παραγωγής, ακόμα και στην Ελλάδα ή την Ιταλία, που ζουν από το brand τους και όχι από το «τσεκ».

Παραδείγματα: Το κρασί (ιδιαίτερα τα Grand Cru ή τα σαντορινιά ασύρτικα), η τρούφα, ορισμένα βιολογικά προϊόντα υψηλής ποιότητας.

Γιατί; Οταν ένα μπουκάλι κρασί πωλείται 50 ή 100 ευρώ στη Νέα Υόρκη, η επιδότηση των 20 ευρώ ανά στρέμμα που παίρνει ο αμπελουργός είναι αμελητέα. Αυτοί οι παραγωγοί ζουν 100% από την ποιότητα και το marketing.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΡΕΠΟΡΤΑΖ. ΤΩΡΑ.GR

Είμαστε μπροστά σε επερχόμενη αγροτική κρίση;

  © Dreamstime.com  ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ «ΕΦ.ΣΥΝ.»   08.02.26 12:31 Πάνος Κοσμάς ,  Πέτρος Σταύρου Α+ Α- Facebook Twitter E-mail Copy link Print Ερχο...