«Η αποφυγή του πολέμου για το Ιράν αποτελεί ύψιστη προτεραιότητα, αλλά όχι με οποιοδήποτε τίμημα» εκτιμούν αναλυτές, λίγο πριν από τον νέο γύρο διαπραγματεύσεων στη Γενεύη. Τα διδάγματα από τον πόλεμο των 12 ημερών και οι «κόκκινες γραμμές»
Την ώρα που αμερικανικά πολεμικά πλοία και μαχητικά αεροσκάφη συγκεντρώνονται στα ανοιχτά των ακτών του, το Ιράν αρνείται να υποχωρήσει στις απαιτήσεις του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ για το πυρηνικό του πρόγραμμα και τα οπλικά του συστήματα.
Η ηγεσία της χώρας εκτιμά ότι οι παραχωρήσεις που ζητούνται — και οι οποίες, κατά την άποψή τους, υπονομεύουν τον ιδεολογικό πυρήνα και την εθνική κυριαρχία — συνιστούν μεγαλύτερη απειλή για την επιβίωση του καθεστώτος από ότι ο κίνδυνος ενός πολέμου.
Οπως επισημαίνουν οι New York Times, αυτή η επικίνδυνη απόκλιση αντιλήψεων μεταξύ Τεχεράνης και Ουάσιγκτον καθιστά όλο και πιο εύθραυστες τις προσπάθειες επίτευξης συμφωνίας για το πυρηνικό και στρατιωτικό πρόγραμμα του Ιράν, ενώ, σύμφωνα με αναλυτές, η προοπτική νέας περιφερειακής σύρραξης μοιάζει σχεδόν αναπόφευκτη.
«Η αποφυγή του πολέμου αποτελεί ύψιστη προτεραιότητα, αλλά όχι με οποιοδήποτε τίμημα», επισημαίνει ο Σασάν Καρίμι, πολιτικός επιστήμονας στο Πανεπιστήμιο της Τεχεράνης και πρώην αναπληρωτής αντιπρόεδρος Στρατηγικής στην προηγούμενη ιρανική κυβέρνηση. «Κατά καιρούς, ένα κράτος μπορεί να σταθμίσει τη θέση του στην Ιστορία εξίσου ή και περισσότερο από τη βραχυπρόθεσμη επιβίωσή του».
Οι «κόκκινες γραμμές» και οι διαπραγματεύσεις της Γενεύης
Αμερικανοί και Ιρανοί διαπραγματευτές δυσκολεύονται να γεφυρώσουν το χάσμα γύρω από τις «κόκκινες γραμμές» εκατέρωθεν. Η κυβέρνηση Τραμπ αξιώνει τον μηδενισμό του εμπλουτισμού ουρανίου, ώστε να διασφαλιστεί ότι το Ιράν δεν θα μπορέσει να αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν, κατά διαστήματα, θέσει επίσης ζήτημα περιορισμού της εμβέλειας των ιρανικών βαλλιστικών πυραύλων και διακοπής της στήριξης της Τεχεράνης προς συμμαχικές πολιτοφυλακές στην περιοχή.
Για το Ιράν, που επιμένει ότι το πυρηνικό του πρόγραμμα έχει αποκλειστικά ειρηνικούς σκοπούς, ο εμπλουτισμός αποτελεί κυριαρχικό δικαίωμα, το οποίο ο ανώτατος ηγέτης, αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ θεωρεί αδιαπραγμάτευτο. Παράλληλα, η Τεχεράνη αντιμετωπίζει την κατοχή πυραυλικών συστημάτων με εμβέλεια έως το Ισραήλ ως κρίσιμο στοιχείο αποτροπής.
Αμερικανοί και Ιρανοί αξιωματούχοι αναμένεται να συναντηθούν στη Γενεύη την Πέμπτη, σε συνομιλίες που χαρακτηρίζονται ως ύστατη προσπάθεια συμβιβασμού πριν από ενδεχόμενη εντολή στρατιωτικού πλήγματος από τον Ντόναλντ Τραμπ. Σύμφωνα με πηγές που έχουν γνώση των εσωτερικών διαβουλεύσεων στην αμερικανική διοίκηση, εξετάζεται πρόταση που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως «έξοδος» από την κρίση: η αποδοχή ενός περιορισμένου προγράμματος εμπλουτισμού, όχι όμως για στρατιωτική χρήση.
Η αποδυνάμωση του Ιράν
Σύμφωνα με περιφερειακούς αξιωματούχους, η Ουάσιγκτον εκτιμά ότι η Τεχεράνη είναι τόσο αποδυναμωμένη ώστε θα όφειλε να αποδεχθεί τους αμερικανικούς όρους.
Τον περασμένο Ιούνιο, το Ιράν υπέστη βαριά πλήγματα κατά τη διάρκεια του 12ήμερης επίθεσης που εξαπέλυσε το Ισραήλ, με τη συμμετοχή και αμερικανικών αεροσκαφών. Η σύγκρουση αυτή, σε συνδυασμό με τις ασφυκτικές διεθνείς κυρώσεις, επιδείνωσε περαιτέρω την οικονομική κρίση της χώρας.
Τον Ιανουάριο, οι Αρχές κατέστειλαν με βία τις πανεθνικές διαδηλώσεις που ζητούσαν την απομάκρυνση του αγιατολάχ Χαμενεΐ. Μικρότερης κλίμακας κινητοποιήσεις επανεμφανίστηκαν το Σαββατοκύριακο, καταδεικνύοντας το βάθος της κοινωνικής δυσαρέσκειας.
Ταυτόχρονα, η Τεχεράνη βρίσκεται αντιμέτωπη με σημαντική ενίσχυση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στον Περσικό Κόλπο, συμπεριλαμβανομένων δύο ομάδων κρούσης αεροπλανοφόρων, καθώς και με συγκέντρωση αναγνωριστικών και εναέριων ανεφοδιαστικών αεροσκαφών σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.
Ο ειδικός απεσταλμένος του Τραμπ για τις διαπραγματεύσεις με το Ιράν, Στιβ Γουίτκοφ, δήλωσε σε συνέντευξή του στο Fox News ότι ο Αμερικανός πρόεδρος «αναρωτιέται γιατί δεν έχουν ακόμη συνθηκολογήσει». Ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς υποστήριξε από την πλευρά του ότι, παρά την απειλή πολέμου, οι Ιρανοί «δεν είναι ακόμη διατεθειμένοι να αναγνωρίσουν και να επεξεργαστούν» τις αμερικανικές προτάσεις.
Ωστόσο, όπως σημειώνουν ειδικοί, ακριβώς αυτή η αντίληψη περί ιρανικής αδυναμίας ενισχύει την αποφασιστικότητα της Τεχεράνης να αντισταθεί.
Ο Αλί Βαέζ, διευθυντής στο International Crisis Group, εκτιμά ότι «η υποταγή στους αμερικανικούς όρους είναι για το Ιράν πιο επικίνδυνη από ένα νέο αμερικανικό πλήγμα». Κατά τον ίδιο, η ιρανική ηγεσία δεν πιστεύει ότι η συνθηκολόγηση θα οδηγήσει σε άρση των πιέσεων, αλλά αντιθέτως ότι θα ενθαρρύνει περαιτέρω κλιμάκωση.
Ο αγιατολάχ Χαμενεΐ έχει επανειλημμένως διατυπώσει την άποψη ότι ο απώτερος στόχος της Ουάσιγκτον είναι η ανατροπή του ιρανικού πολιτικού συστήματος. «Το ζήτημα δεν είναι η πυρηνική ενέργεια ούτε τα ανθρώπινα δικαιώματα, το πρόβλημα της Αμερικής είναι η ίδια η ύπαρξη της Ισλαμικής Δημοκρατίας», ανέφερε σε ομιλία του το 2024.
Ο Ντάνι Σιτρονόβιτς, ειδικός του Atlantic Council, υποστηρίζει ότι, πέραν των στρατηγικών υπολογισμών, ο εμπλουτισμός ουρανίου αποτελεί «πυλώνα του ίδιου του καθεστώτος». Τυχόν υποχώρηση, προσθέτει, θα ισοδυναμούσε με υπονόμευση της ίδιας της ύπαρξής του.
Ενόψει μιας ενδεχόμενης αναμέτρησης, δύο είναι τα κρίσιμα ερωτήματα: εάν ένα αμερικανικό πλήγμα θα στοχεύσει έως και στην ανατροπή του καθεστώτος και κατά πόσον η Τεχεράνη θα μπορούσε να ανταποδώσει με τρόπο που να καταστήσει τη σύγκρουση πολιτικά επώδυνη και για τον Ντόναλντ Τραμπ.
Σύμφωνα με τον Φαρζίν Ναδίμι, αναλυτή άμυνας στο Washington Institute for Near East Policy, το Ιράν πιθανότατα θα επιχειρούσε να απορροφήσει περιορισμένα πλήγματα και να περιορίσει τα αντίποινα σε επιθέσεις κατά αμερικανικών βάσεων στη Μέση Ανατολή, όπως έπραξε και τον περασμένο Ιούνιο.
Εάν, ωστόσο, ο Τραμπ επέλεγε ευρύτερη κλιμάκωση, οι αμερικανικές δυνάμεις — πιθανότατα με τη συνδρομή του Ισραήλ — θα επιχειρούσαν τις πρώτες ημέρες να εξουδετερώσουν στο μέγιστο δυνατό το Ιράν, ώστε να αποτρέψουν μια σφοδρότερη και ευρύτερη αντεπίθεση. Αυτό, όπως επισημαίνει, θα απαιτούσε εκτεταμένη επιχείρηση από ΗΠΑ και Ισραήλ, όχι μόνο με αεροπορικά μέσα αλλά και με χερσαία στοιχεία, προκειμένου να εξουδετερωθεί η πυραυλική απειλή.
Περιφερειακοί αναλυτές εκτιμούν ότι η Τεχεράνη θα επιχειρούσε να μιμηθεί την τακτική των Χούθι, των συμμάχων της στην Υεμένη. Το 2025, οι Χούθι εκτροχίασαν αμερικανική στρατιωτική εκστρατεία που αποσκοπούσε στον τερματισμό των επιθέσεών τους κατά της διεθνούς ναυσιπλοΐας στην Ερυθρά Θάλασσα, πλήττοντας κατ’ επανάληψη μη επανδρωμένα αεροσκάφη και πλοία, περιλαμβανομένου αμερικανικού αεροπλανοφόρου. Η τακτική αυτή κόστισε στην Ουάσιγκτον άνω του 1 δισ. δολαρίων και κατέληξε σε συμφωνία, αντί παρατεταμένης στρατιωτικής εμπλοκής.
Κατά τους αναλυτές, το Ιράν θα μπορούσε να επιδιώξει μια μακρά και αιματηρή σύγκρουση, με στόχο να πλήξει πολιτικά τον Τραμπ ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών. Αγνωστο παραμένει εάν η Τεχεράνη θα επιχειρούσε να στοχεύσει πετρελαιοφόρα που διέρχονται από στρατηγικά περάσματα, όπως τα Στενά του Ορμούζ, ή να ενεργοποιήσει τους Χούθι για επιθέσεις στην Ερυθρά Θάλασσα.
Εάν μια νέα σύρραξη οδηγούσε σε αύξηση της τιμής της βενζίνης, το πολιτικό κόστος θα μπορούσε να αποδειχθεί σημαντικό για τον Αμερικανό πρόεδρο.
Αμερικανικές και ισραηλινές δυνάμεις θα μπορούσαν να επιφέρουν ταχεία και καίρια πλήγματα, όπως τον περασμένο Ιούνιο, όταν σειρά κορυφαίων Ιρανών στρατιωτικών αξιωματούχων σκοτώθηκαν εντός ωρών και πυρηνικές και στρατιωτικές εγκαταστάσεις υπέστησαν σοβαρές ζημιές.
Ωστόσο, σύμφωνα με Ιρανούς και περιφερειακούς αξιωματούχους, η Τεχεράνη έχει αντλήσει διδάγματα από εκείνη τη σύγκρουση και έχει προβλέψει διαδοχικά επίπεδα ηγεσίας, ώστε να διασφαλίσει τη συνέχεια του συστήματος ακόμη και σε περίπτωση απώλειας του αγιατολάχ Χαμενεΐ ή άλλων κορυφαίων στελεχών.
Περιφερειακοί αξιωματούχοι που συνομιλούν με Τεχεράνη και Ουάσιγκτον εκτιμούν ότι, εάν ο Τραμπ διατάξει πλήγμα, στόχος του θα είναι να κλονίσει την ιρανική ηγεσία επαρκώς ώστε να την εξαναγκάσει σε επιστροφή στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων υπό τους δικούς του όρους.

